
Οι κριτικοί άρχισαν να συζητούν σχετικά με το είδος της μουσικής που έπαιζα και να προσπαθούν να βρουν κάποιο ξεκάθαρο στοιχείο για να την κατατάξουν κάπου. Ήταν δύσκολο για αυτούς, επειδή έπαιζα ελαφρά τραγούδια σε κλασικό στυλ και με κλασική τεχνοτροπία στο πιάνο επηρεασμένη από την τζαζ.
Επιπλέον συμπεριελάμβανα στο ρεπερτόριό μου σπιρίτσουαλ και παιδικά τραγούδια κι αυτά τα είδη κομματιών με ταύτιζαν αυτόματα με το κίνημα της φολκ. Έτσι, το να πουν ότι έπαιζα το τάδε ή το δείνα είδος δημιουργούσε πρόβλημα στους κριτικούς, επειδή υπήρχε λίγο απ΄ όλα στη μουσική μου, σήμαινε επίσης όμως, ότι είχα κερδίσει τη γενικότερη αποδοχή από τους φίλους της τζαζ, της φολκ, της ποπ και των μπλουζ αλλά και από εκείνους της κλασικής μουσικής. Τελικά κατέληξαν να με χαρακτηρίσουν ως «τραγουδίστρια της τζαζ -και όχι μόνο».
Για μένα τζαζ σήμαινε έναν τρόπο σκέψης, ένα τρόπο ύπαρξης, κι ο μαύρος της Αμερικής ήταν τζαζ ό,τι κι αν έκανε, στον τρόπο που περπατούσε, που μιλούσε, που σκεφτόταν και συμπεριφερόταν.
Η μουσική τζαζ ήταν μία μόνο πλευρά της συνολικής εικόνας, οπότε υπ΄ αυτή την έννοια, αφού ήμουν μαύρη ήμουν και τζαζ τραγουδίστρια, αλλά απ΄ όλες τις άλλες απόψεις σίγουρα δεν ήμουν.
Γεννήθηκα στον Αμερικάνικο Νότο και το όνομά μου είναι Γιούνις Γουέιμον. Προοριζόμουν να γίνω η πρώτη μαύρη κλασική πιανίστρια της Αμερικής.
Η εκπαίδευση μου ήταν κλασική, και από πολύ νωρίς χαρακτηρίστηκα σαν παιδί θαύμα. Είχα υψηλούς στόχους, για να γίνω η κλασική πιανίστρια που ήθελα, πλην όμως, δεν έγινα δεκτή στο φημισμένο Ινστιτούτο Curtis της Φιλαδέλφειας. Οι λόγοι που δεν με δέχτηκαν, ήταν ξεκάθαρα φυλετικοί. Επειδή είμαι μαύρη. Για να μπορέσει να ζήσω, βρήκα δουλειά για το καλοκαίρι σε ένα μέρος που λεγόταν «Μινττάουν Μπαρ εντ Γκρίλ».
Το μόνο πρόβλημα ήταν μήπως η μαμά ανακάλυπτε ότι έπαιζα πιάνο σε μπαρ. Γι΄ αυτήν ισοδυναμούσε με το να δουλεύω στις φλόγες της κολάσεως. Άκουγα κιόλας τη φωνή της να αντηχεί στα αυτιά μου. «Σε μπαρ; Για όνομα του Θεού, στην ίδια την οικογένειά μου έχω τον διάβολο αυτοπροσώπως!»
Δεν έβλεπα πως η μαμά θα μπορούσε να το ανακαλύψει, αλλά με κάποιο τρόπο σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα το μάθαινε.
Τέλος πάντων, αν υπήρχε ταμπέλα στο δρόμο με το όνομά μου -«Απόψε παίζει η Γιούνις Γουέιμον»- τότε οι πιθανότητες θα ήταν αυξημένες, έτσι αποφάσισα να χρησιμοποιήσω ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Είχα κάποτε έναν λατινοαμερικάνο φίλο, τον Τσίκο,που με είχε βαφτίσει «Nina», το ισπανικό αντίστοιχο του «μικρή». Ο Τσίκο με φώναζε έτσι συνέχεια, και μου άρεσε όπως ακουγόταν.
Μου άρεσε επίσης, το όνομα «Simone» από τότε που είδα τη Σιμόν Σινιορέ σε εκείνες τις γαλλικές ταινίες. Ζήτησα τη γνώμη της Κέβιν, η οποία είπε πως ακουγόταν πολύ εκλεπτυσμένο. Έτσι, όταν ήρθε το καλοκαίρι, έφυγα από τη Φιλαδέλφεια ως Γιούνις Γουέιμον κι έφτασα στο Ατλάντικ Σίτυ ως Νίνα Σιμόν.
Η στάση μου απέναντι στην ερμηνεία ήταν αυτή ενός μουσικού με κλασική παιδεία.
Όταν παίζεις είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος στη μουσική, επειδή αξίζει τον πλήρη σεβασμό και το κοινό πρέπει να είναι ήσυχο, σιωπηλό. Έτσι έπαιζα στο Μινττάουν και οι φοιτητές το καταλάβαιναν.
Αν ένας μεθυσμένος άρχισε να φωνάζει και να τσακώνεται όσο έπαιζα, με αποσπούσε από τη συγκέντρωσή μου, έτσι σταματούσα μέχρι να ησυχάσει κι αν δεν ησύχαζε ,δεν μπορούσα να συνεχίσω. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι φοιτητές άρπαζαν τον τύπο και τον πέταγαν έξω, στο δρόμο. Η συμπεριφορά μου απέναντι στο εκάστοτε ακροατήριο διαμορφώθηκε εκεί, στο Μινττάουν και δεν άλλαξε ποτέ, ανεξάρτητα από το ακροατήριο μου ή από το πόσο μεγάλη ήταν η αίθουσα συναυλιών.
Αν ένα κοινό δεν με σέβεται, προσβάλλει τη μουσική που παίζω κι αν δεν θέλει να ακούσει τη μουσική μου, τότε ούτε εγώ θέλω να παίζω. Δεν επιλέγω εγώ το κοινό μου. Κι αν δεν τους αρέσει η στάση μου, δεν είναι υποχρεωμένοι να έρθουν να με δουν. Δεν τους χρειάζομαι. Θα έρθουν άλλοι.
Σήμερα πλησιάζω στην ευτυχία, όσο αυτό είναι εφικτό, χωρίς ένα σύζυγο να αγαπώ. Άρχισα να δουλεύω πάνω σε αυτό το βιβλίο, ανατρέχοντας σε μια ζωή από την οποία, μετά από σκέψη πολλών μηνών, δεν μετανιώνω για τίποτα. Μια ζωή γεμάτη λάθη, μερικές κακές ημέρες και το πιο σημαντικό, χρόνια χαρούμενα-δύσκολα αλλά και ευτυχισμένα- με αγώνες για τα δικαιώματα των αδερφών μου παντού. Στην Αμερική, στην Αφρική, σε όλον τον κόσμο. Χρόνια χαράς ανάμεικτης με πόνο. Ήξερα τότε, όπως ξέρω και τώρα, πως η ευτυχία που ένοιωσα, και νοιώθω ακόμα, όσο προχωράμε προς τα εμπρός είναι από εκείνο το είδος που λίγοι άνθρωποι έχουν ποτέ βιώσει.
Νίνα Σιμόν, αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία της «Μαύρη Ψυχή».

Γεννημένη σε μια μικρή πόλη του Νότου, η Νίνα Σιμόν φανέρωσε το ταλέντο της στο πιάνο από πολύ μικρή ηλικία, παίζοντας γκόσπελ σε εκκλησίες και σε κοινωνικές εκδηλώσεις, σε βαθμό που χαρακτηρίστηκε παιδί-θαύμα. Μεγαλωμένη σε μια θρησκευόμενη οικογένεια, ήρθε πολύ νωρίς αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των φυλετικών διακρίσεων, όταν στην πρώτη συναυλία που έδωσε, σε ηλικία δέκα χρονών, οι διοργανωτές απαίτησαν από τους γονείς της να σηκωθούν από τις πρώτες θέσεις για να καθίσει μια οικογένεια λευκών. Αυτή ήταν και η πρώτη πολιτική της πράξη: απαίτησε να μείνουν οι γονείς της στις θέσεις τους αλλιώς δεν ήταν διατεθειμένη να παίξει. Έχοντας στόχο να γίνει η πρώτη μαύρη ερμηνεύτρια κλασικής μουσικής στην Αμερική, είδε τα όνειρά της να γκρεμίζονται όταν της αρνήθηκαν υποτροφία στο Ινστιτούτο Κέρτις λόγω του χρώματός της.
Αφιέρωσε την καριέρα της στην υπόθεση της φυλετικής ισότητας, πολλές φορές με κίνδυνο της σωματικής της ακεραιότητας και της ψυχικής της ισορροπίας.
Αγκάλιασε και συμμετείχε ενεργά στα κινήματα διαμαρτυρίας στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και το τραγούδι της «Young Gifted and Black» καθιερώθηκε ως ύμνος του κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Στην αυτοβιογραφία της «Μαύρη ψυχή» η ανυπέρβλητη, χαρισματική Νίνα Σιμόν -η αρχιέρεια της σόουλ και μια από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες του 20ού αιώνα, κατά το περιοδικό Rolling Stone- μιλάει με αμεσότητα για την ταραγμένη, συναρπαστική και γεμάτη πάθος ζωή της, για τη μουσική, τους έρωτές της, την πολιτική της δράση, για τα όνειρά της και τις διαψεύσεις τους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΣΕΛΑΣ
ISBN 9789607246707

Σχολιάστε