Ημερολόγιο | Το Μεγάλο μας Τσίρκο | Εις μνήμην Κώστα Καζάκου

Το μεγάλο μας Τσίρκο ήταν ένα θεατρικό έργο που διέτρεχε με σατυρικό, αλλά και δραματικό τρόπο, τη νεότερη ελληνική ιστορία από την Τουρκοκρατία και τα χρόνια του Όθωνα έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη γερμανική Κατοχή.

Η ιδέα για το ανέβασμα του έργου ανήκε στους Κώστα Καζάκο και Τζένη Καρέζη, που για πρώτη φορά την άνοιξη του 1972 σκέφτηκαν ν’ ανεβάσουν ένα έργο, που σύμφωνα με την Τζένη Καρέζη έπρεπε «να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη… και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες… και πάνω απ’ όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα. Όλα αυτά όμως θά ’πρεπε να ειπωθούν ρωμέικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θά’ πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν».

Οι θιασάρχες απευθύνθηκαν στον σπουδαίο έλληνα θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη, επειδή είχε «ταλέντο, πείρα, γνώση» και στο έργο του «χτυπάει πάντα πυρετικά, σπαρακτικά και γνήσια ο σφυγμός της ράτσας». Ο Καμπανέλλης δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρότασή τους κι έτσι προέκυψε το θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο».

Την παράσταση ανέλαβε να σκηνοθετήσει ο Κώστας Καζάκος με βοηθό τον Άρη Δαβαράκη, τα σκηνικά και τα κοστούμια έφτιαξε ο Φαίδων Πατρικαλάκης. Τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος και τα ερμήνευε επί σκηνής ο Νίκος Ξυλούρης. Η κίνηση και η θεατρική απόδοση της σκηνής του Καραγκιόζη διδάχτηκε από τον Ευγένιο Σπαθάρη, ο οποίος διακόσμησε το χώρο της εισόδου. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευσαν ο Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Κούρος, ο Τίμος Περλέγκας και ο Χρήστος Καλαβρούζος.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Ιουνίου 1973 στο θέατρο «Αθήναιον» της οδού Πατησίων. Αμέσως αγαπήθηκε από το κοινό κι έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της Χούντας. Αλληγορικά γραμμένο, κατάφερε να περάσει τις συμπληγάδες της λογοκρισίας, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας. Κάθε βράδυ γινόταν κοσμοσυρροή στο Αθήναιον, που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από το Πολυτεχνείο. Ανάμεσά τους και «εκπρόσωποι» του στρατιωτικού καθεστώτος, που σημείωναν και ενημέρωναν τους προϊσταμένους τους για τις αντιδράσεις των θεατών.

Οι παραστάσεις του διακόπηκαν βίαια από τη Χούντα, τον Οκτώβριο, λίγο πριν από το Πολυτεχνείο. Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, ενώ συνελήφθησαν εκ νέου κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι παραστάσεις του έργου συνεχίστηκαν μετά την αποφυλάκισή τους με μεγαλύτερη επιτυχία από τις 22 Δεκεμβρίου 1973. Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στις 3 Αυγούστου 1974, το έργο ξανανέβηκε με την προσθήκη των λογοκριμένων σκηνών κι ενός τραγουδιού («Το Πρόσκύνημα») στο φινάλε της παράστασης για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Η Τζένη Καρέζη είχε μιλήσει για την κράτηση της στο ΕΑΤ-ΕΣΑ:

«Ήρθαν το μεσημέρι, ντυμένοι με πολιτικά. Είπαν πως είναι από την Ασφάλεια και μας άφησαν με την εντύπωση ότι μας συλλαμβάνουν και τους δύο. Με ακολούθησαν μέχρι το μπάνιο που πήγα για να ντυθώ.
Όταν κατεβήκαμε κάτω, μας χώρισαν τα χέρια. Ο Κώστας έμεινε μόνος, ανήμπορος να βοηθήσει, στο πεζοδρόμιο. Εμένα μ’ έβαλαν σ’ ένα πολύ μικρό αυτοκίνητο μαζί με δύο άντρες στο πίσω κάθισμα. Ήταν η χειρότερη ώρα. Με οδήγησαν στην ΕΣΑ Φιλαδελφείας. Έμεινα σε ένα κελί μέχρι τις 11 το βράδυ. Μετά με πήραν για ανάκριση, που κράτησε ως το πρωί.
Στις 9 με μετέφεραν στο ΕΑΤ και η ανάκριση συνεχίστηκε ως το βράδυ της Παρασκευής. Ρωτούσαν γιατί περάσαμε από το Πολυτεχνείο να ενθαρρύνουμε τους φοιτητές, γιατί κλείσαμε τα θέατρα.
Έμεινα μία εβδομάδα στο κελί σε απομόνωση. Τις πρώτες μέρες χωρίς βιβλία. Ζητούσα έστω και το «Πιστεύω» του Παπαδόπουλου. Την Παρασκευή το βράδυ ήρθαν να μου αναγγείλουν ότι πάνε να συλλάβουν τον Κώστα. Άκουγα αργότερα τις φωνές και νόμιζα πως ήταν εκείνος που φώναζε. Το πρωί του Σαββάτου μ’ έπιασε υστερική κρίση. Κατέβηκαν να με ηρεμήσουν και με βεβαίωσαν πως ο άντρας μου είναι καλά.
Την Τετάρτη με μετέφεραν στη Ν. Φιλαδέλφεια. Φεύγοντας φώναζα «Κώστα, Κώστα, να ‘μαι» ελπίζοντας πως ο Κώστας θα με ακούσει. Άδικα. Τον είχαν ήδη μεταφέρει από την προηγούμενη. Στη Νέα Φιλαδέλφεια οι συνθήκες διαβίωσης ήταν καλύτερες.
Μου ανήγγειλαν οι ίδιοι την πτώση του Παπαδόπουλου. Το βράδυ της Τετάρτης, από ένα τρανζίστορ του φρουρού, άκουσα το λόγο του Ανδρουτσόπουλου. Και τότε απελπίστηκα. Ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την ωμή βία. Κι έζησα αυτή τη τρομερή αίσθηση, να ξέρεις πως σε θάβουν ζωντανή και δεν υφίστασαι. Ωπωσδήποτε όμως, το δικό μας πέρασμα από την ΕΣΑ ήταν το πιο ανώδυνο που θα μπορούσε να γίνει. Αν πρέπει να σκεφτούμε κάποιους, είναι αυτοί που πραγματικά ταλαιπωρήθηκαν. Εγώ έφυγα από εκεί με κέρδη ανθρώπινα σοβαρά. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν το γεγονός ότι ήξεραν όλες μου τις κινήσεις. Ακόμα και με ποιους είχε μιλήσει στο τηλέφωνο».

«Ταχυδρόμος» 01/08/74

Σαν σήμερα το 2022 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Καζάκος. Λιγόστεψε κι άλλο ο κύκλος των εναπομεινάντων εν ζωή συντελεστών αυτής της θρυλικής παράστασης.

Σχολιάστε