
Κάποτε η Ελλάδα ήταν ακόμα μία χώρα όπου οι άνθρωποι μάνταραν τις κάλτσες τους. Έπειτα μια μέρα, αυτό ξαφνικά σταμάτησε. Τις κάλτσες που τρυπούσαν τις πετούσαμε. Κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να τις μαντάρει. Ολόκληρη η κοινωνία άλλαξε. Φόρα το μέχρι να χαλάσει και μετά πέτα το είναι πια ο κανόνας. Χρησιμοποίησέ το για όσο πάει, πάρε άλλο.
Για όσο διάστημα ο κανόνας αφορούσε μόνο τις κάλτσες ή τα ρούχα δεν μας πείραζε. Αλλά με το πέρασμα του καιρού μετατράπηκε σε μία αόρατη ηθική. Άλλαξε την εικόνα για το τι είναι καλό και τι είναι κακό. Για το τι πρέπει να μανταριστεί, να φτιαχτεί, να εξελιχθεί και να αλλάξει και για το τι πρέπει να πεταχτεί.
Όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν νοιώθουν ευπρόσδεκτοι στην κοινωνία ακόμα αλλά κυρίως στην ίδια χώρα τους. Νοιώθουν εγκλωβισμένοι και παραγκωνισμένοι Πως αντιδρούν; Με αδιαφορία, περιφρόνια, επιθετικότητα και βία. Το πιο τρομακτικό είναι ότι όλο αυτό το σκηνικό το βλέπουμε μία ολόκληρη δεκαετία και όμως αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Μια γενιά μεγαλώνει αυτήν ακριβώς την στιγμή και αυτά τα παιδιά μπορεί να αντιδράσουν με ακόμα μεγαλύτερη αδιαφορία, περιφρόνια, επιθετικότητα και βία. Δεν θυμούνται καθόλου τις εποχές που μαντάραμε τις κάλτσες μας. Όταν δεν πετούσαμε τα πάντα, είτε ήταν άψυχα πράγματα, είτε ήταν έμψυχα όντα.

Σχολιάστε