Ημερολόγιο | Μικρό διήγημα: Ξημερώματα

Ξημερώματα

Ξημερώματα, έρημοι δρόμοι, μοναχικοί και ήρεμοι, όπως και εκείνος. Κάπου κάπου ένα ζευγαράκι αγκαλιά να περπατάει τρεκλίζοντας από τη μέθη του έρωτα και του φλαμένγκο.

Σεβίλλη η πόλη, Ανδαλουσία, ένα παγκάκι απέναντι από τον καθεδρικό ναό, το ρολόι χτυπάει 4 φορές. 4 η ώρα, η ώρα της απόγνωσης, η ώρα που στοιχειώνει τη μοναξιά. Εκείνος καθισμένος στην άκρη στο παγκάκι, ένα αεράκι να του δροσίζει το μέτωπο, Αύγουστος μήνας, ένα γατάκι να του χαϊδεύει το πόδι γυρεύοντας συντροφιά, έρημο και μόνο και αυτό.

Μια μηχανή σπάει τη μονοτονία. Το σκουπιδιάρικο να μαζεύει την αποφορά της πόλης, την επιφανειακή, για την εσωτερική, αυτή των ανθρώπων δεν νοιάζεται κανείς. Ξεβρωμίζει ο τόπος αν επιμένουν οι βρώμικες σκέψεις, οι βρώμικες ψυχές; Η βιτρίνα ναι, αυτή ξεβρωμίζει, αλλά ποιος νοιάζεται για την βιτρίνα όταν το εμπόρευμα είναι σκάρτο;

Το ρολόι χτυπάει 5 φορές. 5 η ώρα και αυτός εκεί να κάθεται. 5 η ώρα και το γατάκι να επιμένει να του χαϊδεύει το πόδι. Τον θέλει για αφεντικό του. Βλέπεις, αυτός δεν το κλωτσάει όπως οι άλλοι, το αφήνει. Και αυτό επιμένει, διεκδικεί. Είδε την ευκαιρία και γραπώθηκε.

Το ρολόι χτυπάει 6 φορές. 6 η ώρα και αυτός εκεί να κάθεται. 6 η ώρα και το γαλάζιο του ουρανού αχνοφαίνεται στην ανατολή. Και το γατάκι επιμένει. Αυτός ξυπνάει από τον λήθαργο των σκέψεων, απλώνει το χέρι και το παίρνει αγκαλιά. Σηκώνεται και περπατά μαζί με τον καινούργιο του φίλο. Ένα χαμόγελο και η ελπίδα ζωγραφίζεται στα δύο πρόσωπα. Όλα γίνονται, όταν επιμένεις, όταν διεκδικείς.

Σχολιάστε